Ιστορία

Η Πάργα είναι μια πόλη τοποθετημένη στην βορειοδυτική πλευρά του νομού Πρέβεζας στην Ήπειρο, η οποία βρίσκεται στην βορειοδυτική Ελλάδα. Η Πάργα βρίσκεται στο Ιόνιο πέλαγος ανάμεσα στις πόλεις Πρέβεζα και Ηγουμενίτσα.

Photo of castle of Ali Pasha in Parga.

Πάργα

Στην αρχαιότητα η περιοχή κατοικούνταν από το Ελληνικό φύλο των Θεσπρωτών. Το χωριό της Πάργας υπάρχει από τον 13ο αιώνα. Αρχικά ήταν κτισμένο στην κορυφή του βουνού Πεζόβολου. Το 1360 οι Παριανοί για να αποφύγουν επιθέσεις μετέφεραν το χωριό στην τωρινή του τοποθεσία. Σε αυτή την περίοδο με την βοήθεια των Νορμανδών που κατείχαν το νησί της Κέρκυρας έχτισαν το κάστρο της Πάργας. Το 1401 μια συνθήκη που υπογράφηκε με τους Βενετούς έδωσε τα νησιά του Ιονίου πελάγους σε αυτούς. Οι Βενετοί σεβάστηκαν τον τρόπο ζωής των Παριανών και αυτοί με την σειρά τους παρείχαν πολύτιμη βοήθεια στον στόλο των Βενετών. Την ίδια χρονική περίοδο οι Παριανοί πολέμησαν μαζί με τους συμπατριώτες τους για την αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού. Καθώς η Πάργα ήταν το μοναδικό χριστιανικό χωριό στην Ήπειρο, ήταν τέλειο καταφύγει για τους κατατρεγμένους επαναστάτες και τις οικογένειές τους. Το 1797 η περιοχή, μαζί με τα υπόλοιπα νησιά του Ιονίου, πέρασε στην κατοχή των Γάλλων και το 1800 ανακηρύχτηκε σε αυτόνομη υπό την προστασία της Υψηλής Πύλης. Το 1815, με την παρακμή των Γάλλων, οι κάτοικοι της Πάργας επαναστάτησαν κατά των Γάλλων και αναζήτησαν την προστασία των Βρετανών.

Το 1817, με την συνθήκη ανάμεσα στους Βρετανούς και την Οθωμανική αυτοκρατορία, η Πάργα παραχωρήθηκε στους Οθωμανούς. Αυτό οδήγησε τους περίπου 4000 Παριανούς την Μεγάλη Παρασκευή του 1819 να ανασκάψουν τους πατρώους τάφους, να μαζέψουν τα οστά των προγόνων τους και να τα κάψουν στην πλατεία και στην συνέχεια να πάρουν μαζί τις στάχτες, χώμα από την γη τους, σημαίες κπλ στην Κέρκυρα, όπου και μετακόμισαν. Οι κάτοικοι της Πάργας όμως ονειρευόταν την επιστροφή τους, και συμμετείχαν στην επανάσταση για ανεξαρτησία μετά από 100 χρόνια. Η Πάργα και η υπόλοιπη Ήπειρος ελευθερώθηκε από την Οθωμανική κυριαρχία το 1913 μετά την νίκη της Ελλάδας κατά τους Βαλκανικούς πολέμους.

Το Κάστρο

Το κάστρο βρίσκεται στην κορυφή του λόφου που βρίσκεται δίπλα στην πόλη και χρησιμοποιούνταν για την προστασία της πόλης από την ξηρά και την θάλασσα. Αρχικά κτίστηκε τον 11ο αιώνα από τους κατοίκους της Πάργας για να προστατέψουν την πόλη τους από τους πειρατές και τους Τούρκους. Τον 13ο αιώνα, καθώς ο έλεγχος της περιοχής πέρασε στους Βενετούς, αυτοί ξαναέχτισαν το κάστρο για να οχυρώσουν την περιοχή. Το 1452, η Πάργα και το κάστρο κατείχαν οι Οθωμανοί για δύο χρόνια και κατά την διάρκεια αυτής της περιόδου μέρος του κάστρου καταστράφηκε. Το 1537, ο Οθωμανός διοικητής έκαψε και κατέστρεψε το κάστρο και τα σπίτια μέσα σε αυτό.

Πριν την ανακατασκευή του κάστρου το 1572 από τους Βενετούς, οι Τούρκοι το κατέστρεψαν μια ακόμη φορά. Οι Βενετοί το ξαναέφτιαξαν μια ακόμη φορά τόσο ισχυρό που άντεξε μέχρι ο 1819, παρά τις επιθέσεις κυρίως του Αλί Πασά των Ιωαννίνων που το πολιορκούσε από το κάστρο της Αγίας Ανθούσας. Οι Βενετοί δημιούργησαν το τέλειο φρούριο σε συνδυασμό με την φυσική οχύρωση. Έξω από το κάστρο, οκτώ πύργοι ολοκλήρωναν την άμυνα. Μέσα στο κάστρο υπήρχαν 400 σπίτια, φτιαγμένα με τέτοιο τρόπο ώστε να καταλαμβάνουν λίγο χώρο. Σε αυτό το κάστρο οι κάτοικοι της Πάργας έδωσαν επικές μάχες για να κρατήσουν την ελευθερία τους. Από τη βρύση «Κρέμασμα» εφοδιάζονταν με νερό οι δεξαμενές του κάστρου και τα σπίτια. Το κάστρο για τον εφοδιασμό του, χρησιμοποιούσε τους δύο όρμους: του Βάλτου και της Πωγωνιάς. Όταν η Πάργα πουλήθηκε στους Τούρκους το 1819, ο Αλής το ενίσχυσε ακόμη περισσότερο και εγκατέστησε στην κορυφή του το χαρέμι του και τα χαμάμ, αναμορφώνοντας ριζικά τους χώρους του κάστρου. Στην τοξωτή πύλη της εισόδου διακρίνονται στο τείχος ο φτερωτός λέων του Αγίου Μάρκου, το όνομα «ΑΝΤΟΝΙΟ CERVASS 1764», εμβλήματα του Αλή πασά, δικέφαλοι αετοί και σχετικές επιγραφές. Θολωτοί διάδρομοι, αίθουσες πυροβολείων, στοές εφοδίων, ισχυροί προμαχώνες με θυρίδες πυροβόλων, θυρίδες ελαφρών όπλων, λέγεται ότι υπάρχει ακόμα και κρυφή δίοδος προς τη θάλασσα, στρατώνες, φυλακές, αποθήκες και δύο οχυρά στην τελευταία γραμμή αμύνης: δείχνουν αρτιότητα σχεδίου αμύνης που μαζί με την φυσική οχύρωση το καθιστούσαν φρούριο ανίκητο.